χριστουγεννιατικη βολτα στην πολη

Την προηγούμενη Τετάρτη, για τη γιορτή του Αγίου Νικολάου, η Δημοτική Βιβλιοθήκη της Κολωνίας είχε διοργανώσει δίγλωσση, στα ελληνικά και στα γερμανικά, ανάγνωση χριστουγεννιάτικων ιστοριών. Το είχα από καιρό σημειώσει στην άδεια μου ατζέντα. Ο Στέφαν είχε δουλειά εκτός πόλης εκείνη την ημέρα, αλλά είχα αποφασίσει ότι όπως και να είχε εγώ θα πήγαινα. Η εκδήλωση άρχιζε στις τρεις το απόγευμα. Ήμουν έτοιμη από τις 12:30. Είχα τσεκάρει τις γραμμές του μετρό και είχα αποφασίσει να περπατήσω έως την επόμενη στάση γιατί από εκεί έχει απευθείας γραμμή για τη στάση που βρίσκεται κοντά Βιβλιοθήκη αλλά κυρίως γιατί εκεί έχει ασανσέρ. Οι στάσεις μετρό με ασανσέρ στην Κολωνία μετρούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού, όπως εξάλλου και οι πολυκατοικίες με ασανσέρ στην ίδια μητρόπολη*. Όλη η διαδρομή ήταν τέσσερις στάσεις.

Επειδή το να πάω με το μωρό και χωρίς τη συνοδεία του Στέφαν σε μια εκδήλωση στο κέντρο της πόλης το θεώρησα μεγάλο βήμα, αποφάσισα να κάνω μια Ιnstastory ώστε να εγκαινιάσω την καριέρα μου ως βλόγκα. Ήταν τόσο μεγάλο το excitement που μέσα στο άγχος μου να ντύσω το μωρό, να κατέβω στο υπόγειο, να βγάλω το καρότσι στο δρόμο, να ξανανεβώ στο διαμέρισμα, να πάρω το παιδί και την τσάντα μου και να τα καταγράψω όλα αυτά σε βίντεο, έκλεισα την πόρτα πίσω μου και άφησα τα κλειδιά μέσα. Κλειδωμένη έξω και με τον Στέφαν σε άλλη πόλη είχα τουλάχιστον πέντε ωρίτσες να διαθέσω στην πόλη μας (ευτυχώς είχα μαζί μου πάνες και φαγητό). Περπάτησα δέκα λεπτά έως το μετρό αλλά το αγαπημένο ασανσέρ που κατέβαινε στην αποβάθρα με κατεύθυνση το κέντρο δεν λειτουργούσε! Μπήκα στο άλλο, προς την αντίθετη κατεύθυνση, γύρισα πίσω δύο στάσεις, βγήκα στο δρόμο, πέρασα απέναντι, μπήκα στο άλλο ασανσέρ και ξαναγύρισα πίσω. Η γραμμή που πήρα από εκεί δεν κάνει στάση στη Neumarkt που ήθελα να πάω αλλά θα κατέβαινα σε μια κοντινή στάση και θα περπατούσα. Έχασα όμως τη σωστή στάση και κατέβηκα δύο μετά, πέρασα πάλι απέναντι και πήρα άλλο μετρό –άλλη γραμμή αυτή- που κάνει τουλάχιστον στάση εκεί που ήθελα. Ευτυχώς μέσα στον πανικό θυμήθηκα κάποια στιγμή να βγάλω εισιτήριο (μπορείς να το αγοράσεις στην αποβάθρα ή μέσα στο συρμό). Το μόνο που μου έλειπε ήταν να με πιάσει ελεγκτής και άντε να τον πείσω ότι δεν είμαι Ελληνίδα-τζαμπατζού.

Κατέβηκα επιτέλους στη σωστή στάση και ω, έκπληξη, το ασανσέρ για την έξοδο ήταν εκτός λειτουργίας. Με φόβο ψυχής ανέβασα το καρότσι από τις κυλιόμενες. Φθάνω στη Βιβλιοθήκη καταϊδρωμένη και με 50′ καθυστέρηση. Η εκδήλωση είχε τελειώσει και άρχιζαν να μαζεύουν τον μπουφέ. Έβγαλα τον Έκτορα από το καρότσι να ξεμουδιάσει, χαιρόταν ο γλυκούλης που έβλεπε παιδάκια γύρω του. Χαιρόταν τόσο πολύ, που κατουρήθηκε από τη χαρά του. Και όταν λέω κατουρήθηκε, εννοώ πατόκορφα, σαν να μην φορούσε πάνα. Δεύτερο παντελόνι δεν είχα μαζί και τουαλέτα στον όροφο της Βιβλιοθήκης όπου βρισκόμασταν δεν είδα. Σκέφτηκα, δεν πειράζει, θα πάμε σε μια καφετέρια να τον αλλάξω, να τον ταΐσω και να πιω έναν καφέ για να συνέλθω από το φιάσκο. Θυμήθηκα την ελληνική καφετέρια που ήταν κοντά και δεν είχα πάει ποτέ αν και το είχα στο μυαλό μου να περάσω για να αγοράσω μελομακάρονα*.

Μπήκα στην καφετέρια, παράγγειλα καφέ και κρέπα και άλλαξα το μωρό. Έβγαλα το φαγητό του, έφαγε τρεις μπουκιές και αμέσως άρχισε  την γκρίνια. Τον σήκωσα από το καρότσι και τότε έκανε αυτό που δεν είχε κάνει ποτέ έως τότε. Ξέρασε. Πάνω μου. Και στο πάτωμα της καφετέριας. Έλληνες και Κύπριοι φοιτητές στα γύρω τραπέζια με κοιτούσαν με τρόμο και ψιλο-αηδία. Καθάρισα όπως όπως, ο σερβιτόρος ευγενέστατος: Δεν πειράζει, θα καθαρίσω εγώ κτλ. Ο Έκτορας απεγνωσμένος και χωρίς παντελόνι, τυλιγμένος στο λερωμένο πουλόβερ μου, κοιμήθηκε τελικά στην αγκαλιά μου. Σε κάποια στιγμή, ήρθε ο άλλος σερβιτόρος και με ρώτησε μήπως θα ήθελα να μου κόψει την κρέπα σε μικρά κομματάκια για να μπορώ να την φάω με το ένα χέρι. Όταν ο Στέφαν μου έστειλε μήνυμα ότι σε μία ώρα θα έφθανε και να συναντηθούμε στο βιβλιοπωλείο του σταθμού του τρένου, μάζεψα στα γρήγορα τα συμπράγκαλά μου, έχωσα τον Έκτορα στο σάκο-σκάφανδρο και φύγαμε. Τα μελομακάρονα τα ξέχασα.

Επειδή δεν άντεχα άλλες συγκινήσεις, το κόψαμε με τα πόδια μέχρι τον σταθμό. Ήταν πολύ όμορφα ομολογώ, με τη μικρή χριστουγεννιάτικη αγορά, τους δρόμους φωτισμένους, τα μαγαζιά ακόμη ανοικτά. Μπήκα στο Zara Home και αγόρασα λευκές πετσέτες για το γιορτινό τραπέζι. Φθάσαμε στο σταθμό χωρίς άλλα απρόοπτα. Ήρθε και ο Σ. στην ώρα του, αγκαλιαστήκαμε λες και είχε γυρίσει μετά από δύο χρόνια ειρηνευτική αποστολή στο Αφγανιστάν και γυρίσαμε σπίτι μας. Αποτυχημένη βόλτα. Επιτυχημένη Instastory.

* οι υπερήφανοι κάτοικοι της Κολωνίας αποκαλούν την πόλη τους Weltstadt. Σαν να λέμε ότι η Αθήνα έχει τη φινέτσα του Παρισιού και τον κοσμοπολιτισμό της Νέας Υόρκης.
* ευτυχώς δεν έβρεχε εκείνη την ημέρα γιατί ως γνωστόν, όταν κάνεις μ*** πάντα βρέχει

One comment

  1. Κνουτ says:

    Ελα μωρε τι θα χουμε να θυμομαστε αλλιως!

    Like

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog at WordPress.com.
%d bloggers like this: